Θέμα: Τελικός ενισχυτής 35 Watt με λυχνίες (Μερος Α)  (Αναγνώστηκε 12311 φορές)

0 μέλη και 2 επισκέπτες διαβάζουν αυτό το θέμα.


Αποσυνδεδεμένος admin

  • Administrator
  • Jr. Member
  • *****
  • Μηνύματα: 61
  • Φύλο: Άντρας

  • Δραστηριότητα
    0%
    • Circuits.gr
« στις: Σεπτέμβριος 11, 2009, 17:34:02 μμ »
Τελικός ενισχυτής 35 Watt με λυχνίες

Ο ενισχυτής με λυχνίες που σας παρουσιάζουμε παρακάτω είναι μια κλασική σχεδίαση push-pull και χρησιμοποιεί δύο EL34 (ή της αντίστοιχες, Αμερικάνικης προέλευσης, 6CA7). Έχει σχεδιασθεί ώστε να είναι όσο πιο απλός γίνεται, για να αποφύγουμε τα προβλήματα που τυχόν θα παρουσιάζονταν σε νέους κυρίως κατασκευαστές. Η ισχύς εξόδου του είναι 35 W με χαμηλή παραμόρφωση και ευρεία απόκριση συχνότητος. Αποδίδει εξαιρετικής ποιότητας ήχο όταν συνδυαστεί με ένα ζευγάρι ηχείων που έχουν κάποια λογική ευαισθησία και καλή ηχητική ποιότητα. Έτσι ακόμα και ένα απλό κύκλωμα με συμβατικές προδιαγραφές είναι δυνατόν να μας «φορτίσει συναισθηματικά» όταν ακούμε τη μουσική που μας αρέσει.

Η σχεδίαση αυτού του ενισχυτή βασίζεται σε μια αντίστοιχη της Philips πίσω στα 1950: και παρουσιάζεται εδώ με κάποιες τροποποιήσεις που προτάθηκαν από τον Claus Byrith. Αυτές οι τροποποιήσεις περιλαμβάνουν:
1) Τη χρήση διαφορετικής αρνητικής τροφοδοσίας για τα οδηγά πλέγματα των EL34,
2) ρύθμιση της ισοστάθμισης εναλλασομένου για τις δύο λυχνίες εξόδου,
3) τη χρήση μιας πεντόδου EF86 συνδεσμολογημένης ως τρίοδος στο στάδιο προενίσχυσης και
4) μια μείωση του ολικού συντελεστή αρνητικής ανάδρασης (20 dB).
Στο Internet διατίθενται δύο πληροφοριακά δελτία που αξίζει να τα διαβάσουν όσοι από τους αναγνώστες το επιθυμούν. Έχουν αρκετά λεπτομερή περιγραφή όπως μπορείτε να δείτε στις ανάλογες διευθύνσεις στο τέλος του άρθρου στις «αναφορές».
Εμείς θα περιοριστούμε σε μια σύντομη ανάλυση στη συνέχεια του άρθρου μας. Πάντως υπάρχουν ακόμα κάποια σημεία που θα περιγράψουμε και αφορούν τα λιγότερο γνωστά τμήματα της κατασκευής, γιατί αποτελούν μια καλή εισαγωγή στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε με τους τελικούς ενισχυτές push-pull καθώς και τις διάφορες λύσεις που έχουμε στη διάθεσή μας.
Στο πρώτο μέρος του άρθρου θα σας δώσουμε τη θεωρία σε σχέση με τη λειτουργία του ενισχυτή ενώ στο δεύτερο μέρος θα στραφούμε περισσότερο στο κατασκευαστικό . Αφού πρόκειται για μια ιδιοκατασκευή περισσότερο παρά για ένα kit, ορισμένα σημεία της θα περιγραφούν πολύ αναλυτικά με εκτεταμένες λεπτομέρειες.

Κυκλωματικό διάγραμμα

Στο σχήμα 1 βλέπουμε το κυκλωματικό διάγραμμα του ενός καναλιού του τελικού ενισχυτή με λυχνίες. Υπάρχουν τρεις τάσεις τροφοδοσίας: μια θετική υψηλή τάση των 440 V, μια αρνητική τάση για τα οδηγά πλέγματα 55V και μια τάση για τα νήματα των 6,3 V. Για τα νήματα χρησιμοποιούνται δύο διαφορετικά τυλίγματα του μετασχηματιστή τροφοδοσίας. Ένα για την προενισχύτρια λυχνία και τη λυχνία αναστροφής φάσης / οδήγησης (Fil1 και Fil2) καθώς και ένα για τις λυχνίες εξόδου(Fil3 και Fil4), το οποίο είναι συμμετρικά συνδεμένο ως προς την γείωση μέσω των αντιστάσεων R28 και R29.
Οι λυχνίες εξόδου είναι συνδεσμολογημένες σε διάταξη «ultralinear», «τελείως γραμμική» με την σύνδεση των προστατευτικών πλεγμάτων τους σε ενδιάμεσες λήψεις των πρωτευόντων τυλιγμάτων του μετασχηματιστή εξόδου μέσω των αντιστάσεων του 1kΩ και των ανασταλτικών πλεγμάτων στο δυναμικό της καθόδου. Λόγω της εσωτερικής αρνητικής ανάδρασης δια μέσου των προστατευτικών πλεγμάτων, οι λυχνίες παρουσιάζουν χαρακτηριστικά που βρίσκονται ενδιάμεσα σε αυτά μιας τριόδου και μιας κανονικής πεντόδου. Η εσωτερική σύνθετη αντίσταση «πέφτει» στο ίδιο επίπεδο με αυτό μιας τριόδου όπως επίσης και η παραμόρφωση περιορίζεται στο ίδιο επίπεδο με μιας τριόδου. Επίσης η ισχύς εξόδου πέφτει περίπου στο 65% αυτής ενός σταδίου με πέντοδο.
Αντί να παίρνουμε την αρνητική τάση για τα οδηγά πλέγματα με αυτοπόλωση από την αντίσταση της καθόδου, χρησιμοποιούμε ξεχωριστές τάσεις τροφοδοσίας. Αυτό γίνεται για να διατηρείται σταθερό το σημείο λειτουργίας και να μην μεταβάλλεται όταν «παίζει» ο ενισχυτής.


Σχήμα 1:Κυκλωματικό διάγραμμα του τελικού ενισχυτή με λυχνίες.

Η αρνητική τάση πόλωσης μπορεί να ρυθμιστεί με τη χρήση του Ρ2 (DC ρεύμα ηρεμίας) ενώ η εξισορρόπηση της πόλωσης DC μεταξύ των δύο λυχνιών γίνεται με το Ρ3.
Καθώς αυξάνεται το σήμα εισόδου και ενώ το στάδιο εξόδου λειτουργεί σε τάξη Α για χαμηλά σήματα εισόδου, μεταπίπτει απότομα σε τάξη Β. Παράλληλα αυξάνει και η κατανάλωση ρεύματος. Το σημείο λειτουργίας μπορεί να μεταβληθεί εντός κάποιων ορίων με τη ρύθμιση της αρνητικής τάσης πλέγματος. Αφού χρησιμοποιούμε ξεχωριστή τροφοδοσία για τα οδηγά πλέγματα, τροφοδοτούμε με όλη τη διαθέσιμη τάση τροφοδοσίας τις λυχνίες μέσω του μετασχηματιστή. Οι κάθοδοι συνδέονται στη γη μέσω αντιστάσεων 10 Ω (R24 και R25). Η πτώση τάσεως «επάνω τους» είναι ανάλογη του ρεύματος που διαρρέει τις λυχνίες (10 mV/mA).
Έχουμε τρία σημεία ρύθμισης του κυκλώματος. Το ΤΡ0 είναι η γείωση του κυκλώματος ενώ τα ΤΡV3 και ΤΡV4 είναι τα αντίστοιχα σημεία ρύθμισης για τις δύο λυχνίες εξόδου.
Οι EL34 παράγουν μέγιστη ισχύ εξόδου όταν η τάση στο πλέγμα ελέγχου είναι περίπου 26 V. Την οδήγηση αυτή μπορεί εύκολα να την παρέχει ο αναστροφέας / διαχωριστής φάσης. Η συνδεσμολογία του κυκλώματος αναστροφής φάσης υλοποιείται με την διπλοτρίοδο λυχνία V2 που έχει συνδεμένες μαζί τις καθόδους και γειωμένο για τα σήματα AC τον οδηγό πλέγμα της μιας λυχνίας μέσω του C6. Αφού η μία λυχνία οδηγείται από το πλέγμα και η άλλη από την κάθοδο, υπάρχει μια μικρή διαφορά στις παραγόμενες τάσεις εξόδου από τις δύο ανόδους. Τα πλάτη εξόδου μπορούν να ρυθμιστούν ακριβώς ώστε να είναι ίσα από το ποτενσιόμετρο Ρ1 (εξισορρόπηση ΑC).
Ο διαχωριστής φάσης παρέχει ένα κέρδος περίπου 26 φορές και έτσι χρειαζόμαστε στην είσοδο ένα σήμα πλάτους 1V για να οδηγηθεί σε πλήρη ισχύ εξόδου ο τελικός. Η υψηλή αντίσταση της καθόδου (R13) δίνει χαμηλή παραμόρφωση και υψηλή τάση καθόδου (γύρω στα 87 V), που επιτρέπει στο πλέγμα της V2a να οδηγείται κατευθείαν από την άνοδο της προενισχύτριας EF86 χωρίς τη χρήση ενδιάμεσα συζευκτικού πυκνωτή.
Η προενισχύτρια λυχνία συνδεσμολογείται και αυτή σαν τρίοδος με την σύνδεση του προστατευτικού πλέγματος στην άνοδο και του ανασταλτικού στην κάθοδο, αφού δεν χρειαζόμαστε το υψηλό κέρδος που θα παρουσίαζε σαν πέντοδος. Αυτή η συνδεσμολογία περιορίζει το συντελεστή θορύβου που γίνεται ίσος με μιας τριόδου, ενώ διατηρεί την καλή εσωτερική θωράκιση και το χαμηλό μικροφωνισμό αυτής της λυχνίας.
Ένα σήμα 60 mV στον οδηγό πλέγμα της EF86 χρειάζεται για να οδηγήσει πλήρως το στάδιο εξόδου. Με δεδομένο την αρνητική ανάδραση των 20 dB που ορίζουν οι R7 και R6, το σήμα εισόδου που χρειάζεται για να αποδώσει πλήρη ισχύ, το στάδιο εξόδου είναι 600 mV. Με αυτή την τάση η ισχύς εξόδου είναι 39 W. Ο ενισχυτής αρχίζει να αποκόπτει (υπεροδήγηση) στα 0,7 V που αντιστοιχούν σε ισχύ περίπου 46 W.
H συχνότητα συντονισμού του μετασχηματιστή εξόδου λόγω της επαγωγής σκέδασης είναι γύρω στα 80 kHz. Σε αυτή τη συχνότητα, το κέρδος ανοικτού βρόγχου πρέπει να είναι αρκετά χαμηλό για να εξασφαλίσουμε ότι ο ενισχυτής δεν θα ταλαντώνει. Την απαραίτητη εξασθένηση κάνουν ο C4 και η R8 με τη βοήθεια και του C5. Οι τιμές αυτών των εξαρτημάτων καθορίζονται πειραματικά με τη χρήση τετραγωνικού σήματος στην είσοδο. Όταν ανοίγουμε τον ενισχυτή, η υψηλή θετική τάση και η αρνητική τάση τροφοδοσίας παρέχονται σχεδόν ταυτόχρονα. Πάντως τα νήματα πρέπει να έχουν θερμανθεί πριν τη ροή οποιουδήποτε ρεύματος μέσα από τις λυχνίες. Έτσι έχουμε συμπεριλάβει τη δίοδο D1 για να προλάβουμε την εμφάνιση οποιασδήποτε υψηλής τάσεως ανάμεσα στο ανασταλτικό πλέγμα και την άνοδο της EF86. Το κύκλωμα φτάνει σε λειτουργική κατάσταση μετά από μερικές δεκάδες δευτερολέπτων, όταν η τάση επάνω στη D1 είναι περίπου 185 V. Οι αντιστάσεις καταστολής της RF που συνδέονται στα πλέγματα ελέγχου των δύο λυχνιών εξόδου, υπήρχαν ήδη στην αρχική σχεδίαση και τις αφήσαμε στη θέση τους κι εδώ.
Επίσης στην αρχική σχεδίαση οι συζευκτικοί πυκνωτές για τις λυχνίες εξόδου (C9 και C10) είχαν τιμή 470 nF. Αποδείχτηκε όμως ότι αυτοί ήταν υπεύθυνοι για τις μεγάλες διακυμάνσεις που είχε το ρεύμα λειτουργίας σε πολύ χαμηλές συχνότητες (0,2 - 0,5 Ηz) στις λυχνίες εξόδου και ήταν τόσο δυνατές ώστε να γίνεται ακουστό στα ηχεία. Το δυσάρεστο αυτό πρόβλημα πιθανόν να οφειλόταν σε μικρές μεταβολές στην αρνητική τάση πόλωσης του οδηγού πλέγματος. Παρ’ όλο που αυτές οι διακυμάνσεις είχαν μικρό πλάτος αφού ο μετασχηματιστής εξόδου έχει μεγάλη αυτεπαγωγή, «πέρναγαν» ανεμπόδιστα και επέστρεφαν στην είσοδο του ενισχυτή μέσω της αρνητικής ανάδρασης. Το φαινόμενο αυτό περιορίστηκε σε αποδεκτά όρια μειώνοντας την τιμή των C9, C10 στα 100 nF, λύση που δεν επέφερε κάποιο ακουστό αποτέλεσμα στην αναπαραγωγή των χαμηλών συχνοτήτων.

Τροφοδοτικό

Τα πραγματικά καλά χαρακτηριστικά του τελικού ενισχυτή με λυχνίες οφείλονται κατά ένα μέρος στην προσεγμένη κατασκευή του τροφοδοτικού του. Ο τοροειδής μετασχηματιστής της Amplimo τύπου 7Ν607, που ζυγίζει γύρω στα 3,5 κιλά, μπορεί να παρέχει στα 340 V ρεύμα 700 mA, από τα οποία, μετά την ανόρθωση και το φιλτράρισμα, είναι διαθέσιμα για τον ενισχυτή 440 V και 400 mA. Το τύλιγμα για την αρνητική τάση πόλωσης είναι 40 V και 100 mA, που μετά την ανόρθωση και εξομάλυνση φτάνει τα 55 V. Το ολικό ρεύμα για τα νήματα θέρμανσης είναι περίπου 7 Α. Το παρεχόμενο από τον μετασχηματιστή ρεύμα είναι 6,8 Α, αλλά αφού το φορτίο της υψηλής τάσης «τραβάει» λίγο ρεύμα και επίσης δεν καταναλώνουμε σημαντική ισχύ για την αρνητική τάση πόλωσης, αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα.
Στο σχήμα 2 βλέπουμε το διάγραμμα του τροφοδοτικού. Η υψηλή τάση ανορθώνεται από τέσσερις γρήγορες διόδους με χαμηλή πτώση τάσεως σε συνδεσμολογία γέφυρας. Οι δίοδοι έχουν ρεύμα κορυφής 60 Α. Παράλληλα με τις διόδους είναι συνδεδεμένοι πυκνωτές 100 nF για την προστασία από παρασιτικές διαταραχές. Αφού είναι πρακτικά αδύνατον να αγοράσουμε ηλεκτρολυτικούς πυκνωτές υψηλής τάσεως που να έχουν και υψηλή χωρητικότητα, έχουμε συνδέσει δύο πυκνωτές 470 μF / 400 V σε σειρά για να δημιουργηθεί έτσι ένας ισοδύναμος πυκνωτής 235 μF μει τάση λειτουργίας (θεωρητικά) τα 800 V. Οι δίοδοι D9 και D10 αποτρέπουν την ανάστροφη πόλωση των πυκνωτών όταν κλείνουμε τον ενισχυτή. Οι αντιστάσεις R1 και R2 διαιρούν την εφαρμοζόμενη τάση σε ίσα μέρη στους δύο πυκνωτές και τους εκφορτίζουν μετά από μερικά λεπτά αφ’ ότου κλείνουμε τον ενισχυτή. Ο C12 κάνει απόζευξη τυχόν ραδιοσυχνοτήτων. Η προστασία του τροφοδοτικού επιτυγχάνεται με μια ασφάλεια γρήγορης τήξης (F) των 315 mA, που μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια για τις λυχνίες εξόδου εάν αυξηθεί επικίνδυνα η αρνητική τάση πόλωσης.


Σχήμα 2:Κυκλωματικό διάγραμμα του τροφοδοτικού και φωτογραφία του μετασχηματιστή εξόδου.

Μετασχηματιστής εξόδου

Το πιο σημαντικό, πιο κρίσιμο και αδιαμφισβήτητα το πιο δύσκολο να βρεθεί εξάρτημα σε έναν ενισχυτή push-pull με λυχνίες είναι ο μετασχηματιστής εξόδου. Η αρχική κατασκευή της Philips χρησιμοποιούσε έναν μετασχηματιστή με δέκα πρωτεύοντα τυλίγματα συνδεδεμένα σε σειρά, με οκτώ δευτερεύοντα τυλίγματα που ήταν τοποθετημένα ενδιάμεσα στα πρωτεύοντα. Η δευτερεύουσα περιέλιξη μπορεί να συνδεθεί σε συνδεσμολογία σειράς ή παράλληλη για να επιτύχουμε τις ανάλογες σύνθετες αντιστάσεις εισόδου και εξόδου. Αυτό πρέπει να ήταν ένα σοβαρό μειονέκτημα για τον μετασχηματιστή, αφού υπολογίσαμε ότι πρέπει να ζύγιζε το λιγότερο 5 κιλά.
Βέβαια θα πρέπει να αναρωτιέστε γιατί είναι αναγκαία η κατασκευή του μετασχηματιστή με έναν τέτοιο πολύπλοκο τρόπο. Ο λόγος είναι ότι η ικανότητα του μετασχηματιστή να αφήνει να περάσουν ανεμπόδιστα και χωρίς παραμόρφωση τα ημιτονικά σήματα μειώνεται όσο αυξάνεται η συχνότητα. Ακόμα και με καλούς μετασχηματιστές η πτώση πλάτους είναι ήδη 0,5 dB στους 25 kHz (και θα αναφερθούμε στα υπόλοιπα μειονεκτήματα που αυτή συνεπάγεται παρακάτω).
Στο σχήμα 3 βλέπουμε το ισοδύναμο κύκλωμα ενός μετασχηματιστή που οδηγείται από μια λυχνία. Στο τμήμα (a) βλέπουμε πως διαμορφώνεται η κατάσταση στις πολύ χαμηλές συχνότητες. Εδώ η αυτεπαγωγή του πρωτεύοντος πρέπει να είναι υψηλή για να περιορίσει το ρεύμα και να επιτρέψει την απόδοση αρκετής μαγνητικής ροής χωρίς να οδηγείται στον κόρο ο μετασχηματιστής. Στο (b) βλέπουμε την κατάσταση που επικρατεί στις μέσες συχνότητες, όπου υπάρχει μια μεγάλη ισοδύναμη σύνθετη αντίσταση παράλληλα με την έξοδο. Στο (c) βλέπουμε το τι συμβαίνει στις υψηλές συχνότητες, όπου το σήμα εξασθενεί λόγω της επαγωγής σκέδασης (Ls) και της κατανεμημένης χωρητικότητας (Cw) μεταξύ των σπειρών. Η επαγωγή σκέδασης αυξάνεται από την σκέδαση της μαγνητικής ροής σαν αποτέλεσμα της μη τέλειας επαφής ανάμεσα στα τυλίγματα του μετασχηματιστή.



Για να περάσει ένα σήμα μέσα από τον μετασχηματιστή χρειάζεται κάποιος χρόνος αφού το φίλτρο διέλευσης χαμηλών που σχηματίζουν η επαγωγή διαρροής και η σύνθετη αντίσταση του φορτίου προκαλεί κάποια χρονική καθυστέρηση. Η αναμενόμενη διαφορά φάσης ανάμεσα στα σήματα εισόδου και εξόδου μεγαλώνει όσο αυξάνει η συχνότητα . Το σήμα εξόδου λοιπόν καθυστερεί όλο και περισσότερο να περάσει σε σχέση με το σήμα εισόδου όσο αυξάνεται η συχνότητα. Στους 20 kHz η διαφορά φάσης μπορεί να είναι ήδη 14 μοίρες. Δεν χρειάζεται βέβαια να σας αναφέρουμε ότι αυτό έχει σοβαρές συνέπειες στην αναπαραγωγή τετραγωνικών σημάτων (ή το ίδιο περίπου σε ένα απότομο μεταβατικό σήμα). Ευτυχώς υπάρχει μια τεχνική που μπορεί να περιορίσει αρκετά το πρόβλημα της εξασθένησης των σημάτων υψηλών συχνοτήτων και αύξησης της διαφοράς φάσεως στις υψηλότερες συχνότητες. Αυτή η τεχνική είναι η αρνητική ανάδραση.
Επιστρέφοντας στον μετασχηματιστή εξόδου (δείτε το σχήμα 3) παρατηρούμε ότι επίσης η Ls και ο Cw σχηματίζουν ένα συντονιζόμενο κύκλωμα και έτσι όταν υπάρξει διέλευση σήματος με συχνότητα ίση με αυτήν του συντονισμένου κυκλώματος τότε συμβαίνει μια απότομη στροφή φάσης που μπορεί να κάνει ασταθή τον ενισχυτή. Επίσης το κέρδος ανοικτού βρόγχου ενός ενισχυτή με αρνητική ανάδραση πρέπει να περιοριστεί έτσι ώστε το γινόμενο κέρδους - ανάδρασης (ΑΧβ) να είναι μικρότερο από 1 για αυτήν τη συχνότητα. Εάν θέλουμε ο ενισχυτής μας να έχει μεγάλο εύρος ζώνης ο μετασχηματιστής εξόδου που θα χρησιμοποιήσουμε πρέπει να έχει αρκετά υψηλή συχνότητα συντονισμού. Για να γίνει αυτό πρέπει τόσο η επαγωγή σκέδασης όσο και η κατανεμημένη χωρητικότητα να είναι όσο το δυνατόν μικρότερες.



Τέτοιες προδιαγραφές μπορούμε να πετύχουμε μόνο με τη χρήση πολύπλοκων μεθόδων περιέλιξης όπως αυτή που χρησιμοποιούσε ο προαναφερόμενος μετασχηματιστής της Philips. Και βέβαια δεν μπορούμε να περιμένουμε να είναι φθηνός ένας τέτοιος μετασχηματιστής.
Μετά από αρκετό ψάξιμο βρήκαμε έναν κατάλληλο μετασχηματιστή που ταιριάζει για να χρησιμοποιηθεί με την τροποποιημένη έκδοση του παλαιότερου ενισχυτή της Philips και είναι ο μετασχηματιστής LL1620PP από την Σουηδική εταιρεία Lundahl. Αυτός ο μετασχηματιστής έχει πυρήνα τύπου «C» φτιαγμένο από ένα ειδικό μίγμα σιδήρου, ενώ το καθένα από τα δύο τμήματά του διαθέτει δύο πρωτεύοντα τυλίγματα και τέσσερα δευτερεύοντα. Τα δύο τμήματα του πυρήνα συγκρατούνται γερά στερεωμένα (κολλημένα) μεταξύ τους με την βοήθεια ενός εύκαμπτου ελάσματος. Η push-pull έκδοση αυτού του μετασχηματιστή (υπάρχουν διαθέσιμες εκδόσεις και για ενισχυτές απλού τερματισμού) έχει ένα μικρό (25 μm) διάκενο αέρος έτσι ώστε μια μικρή διαφορά στα ρεύματα DC που διέρχονται από τα πρωτεύοντα τυλίγματα να μην προκαλεί σοβαρό περιορισμό στην αυτεπαγωγή του πρωτεύοντος. Τα τέσσερα πρωτεύοντα τυλίγματα συνδέονται συμμετρικά σε σειρά επιτρέποντας λήψεις στο 50% των συνολικών τυλιγμάτων έτσι ώστε αυτές να συνδεθούν στα προστατευτικά πλέγματα των πεντόδων λυχνιών εξόδου για να πετύχουμε «τελείως γραμμική» λειτουργία. Τα οκτώ δευτερεύοντα τυλίγματα μπορούν να συνδεθούν σε σειρά ή παράλληλα κατά διαφόρους τρόπους για να παρουσιάζουν σύνθετη αντίσταση εξόδου 4 ή 8 Ωμ. Στα 13 mH η επαγωγή σκέδασης του LL1620PP είναι σχετικά μεγάλη, αλλά χωρίς κάποια σημαντική αξία αφού έχει μεγάλη αυτεπαγωγή πρωτεύοντος (όχι λιγότερη από 300 Η). Αφού το κέρδος ανοικτού βρόγχου καθώς και η αρνητική ανάδραση έχουν περιοριστεί στην εκδοχή του ενισχυτή μας, αυτός παραμένει σταθερός ανεξάρτητα από την σχετική υψηλή επαγωγή σκέδασης. Οι περισσότερο σημαντικές προδιαγραφές βρίσκονται στον αντίστοιχο πίνακα «Βασικές προδιαγραφές του LL1620PP». Οι διαστάσεις του μετασχηματιστή υπάρχουν στο σχήμα 4a. Οι πλακέτες από Paxolin με αριθμημένα τα άκρα τους όπως φαίνονται στα σχήματα 4d, 4e είναι τοποθετημένες και στις δύο απέναντι πλευρές των δευτερευόντων τυλιγμάτων. Η συνδεσμολογία όλων των τυλιγμάτων φαίνεται στο σχήμα 4b. Κάθε πρωτεύον τύλιγμα βρίσκεται ανάμεσα σε δύο δευτερεύοντα.
Για να κάνουμε ευκολότερη τη χρήση του μετασχηματιστή και να περιορίσουμε την πιθανότητα λάθους στη συνδεσμολογία του, ο συγγραφέας σχεδίασε τρία μικρά τυπωμένα κυκλώματα που κάνουν τις απαιτούμενες κάθε φορά συνδέσεις στον μετασχηματιστή. Δεν είναι διαθέσιμα από το τμήμα εξυπηρέτησης αναγνωστών, αλλά εάν θέλετε να τα κατασκευάσετε μόνοι σας μπορείτε να κατεβάσετε το υπόδειγμά τους από την ιστοσελίδα μας (αριθμός 020071-1, αυτό το μήνα). Μπορείτε βέβαια να κάνετε και με το «χέρι» τις ανάλογες συνδέσεις στο κύκλωμα. Οι συνδέσεις που χρειάζεται κάθε φορά να γίνουν υπάρχουν δίπλα ή κάτω από το αντίστοιχο τυπωμένο.
Ο μετασχηματιστής για κάθε μια από τις δύο διαφορετικές εκδόσεις συν το πρωτεύον, θεωρούμε ότι τοποθετείται στην πλευρά των εξαρτημάτων της αντίστοιχης πλακέτας. Οι αριθμοί στις πλακέτες (1, 8 και 11) ανταποκρίνονται στους αριθμούς των ακροδεκτών του μετασχηματιστή όπως φαίνονται στο σχήμα 4a.
Oι συνδέσεις και το τυπωμένο κύκλωμα για το πρωτεύον φαίνονται στο σχήμα 4c. Απλά τοποθετήστε το τυπωμένο κύκλωμα πάνω στα αντίστοιχα άκρα του μετασχηματιστή και κολλήστε το. Οι συνδέσεις έχουν ως εξής: τάση τροφοδοσίας = Τr+, άνοδοι = Α/Α*, προστατευτικά πλέγματα = G/G*. Ο αστερίσκος εδώ υποδηλώνει την αρχή του τυλίγματος που στο σχ. 4b συμβολίζεται με μια τελεία (.).
Στην αρχική σχεδίαση της Philips οι λήψεις για τα προστατευτικά πλέγματα βρίσκονταν στο 40 τοις εκατό των τυλιγμάτων όπως μετρούνταν από το κεντρικό σημείο (τροφοδοσία υψηλής τάσης) του μετασχηματιστή. Εδώ το ποσοστό λήψης είναι στο 50 τοις εκατό για να πετύχουμε ακόμα περισσότερη τριοδική λειτουργία με επακόλουθο όμως την μικρότερη παροχή ισχύος από τον ενισχυτή. Για να κάνουμε όσο το δυνατόν καλύτερη τη σύζευξη ανάμεσα στα τυλίγματα των ανόδων και των προστατευτικών πλεγμάτων, τα τυλίγματα κάθε ενός τμήματος του μετασχηματιστή είναι τοποθετημένα μαζί, με το κάθε τμήμα διαχωρισμένο από το άλλο.
Ο μετασχηματιστής έχει οκτώ δευτερεύοντα τυλίγματα που μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους σε σειρά ή παράλληλα με διάφορους τρόπους και να «πάρουμε» έτσι την επιθυμητή σύνθετη αντίσταση εξόδου για κάθε ηχείο (4 ή 8Ωμ) καθώς και την απαιτούμενη σύνθετη αντίσταση πρωτεύοντος (6,0 kΩ). Στην συνδεσμολογία για 4 Ωμ δύο ομάδες δευτερευόντων τυλιγμάτων είναι συνδεμένα σε σειρά, ενώ για την έκδοση των 8 Ω είναι συνδεμένα σε σειρά τρείς ομάδες. Το υπόδειγμα της πλακέτας στα σημεία που ορίζουν οι μισοτελειωμένες γραμμές). Στο σχήμα 4e δείχνουμε το τυπωμένο και τις συνδέσεις για ηχεία με σύνθετη αντίσταση 8 Ωμ. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει μια μόνο συρμάτινη γεφύρωση. Και οι δύο συνδεσμολογίες συμπεριλαμβάνουν μια παράλληλη αντίσταση 1 kΩ στην έξοδο (R30). Αυτή η αντίσταση παρέχει μερική προστασία στο μετασχηματιστή εξόδου εάν δεν έχουμε συνδέσει κάποιο μεγάφωνο ή ηχείο. Επίσης βελτιώνει τη σταθερότητα του ενισχυτή όταν συνδέσουμε χωρητικό φορτίο, όπως παραδείγματος χάριν παρουσιάζει ένα μακρύ καλώδιο σύνδεσης των ηχείων.
Τα άκρα για το δευτερεύον του μετασχηματιστή γίνονται συνδέοντας κατάλληλα τους ακροδέκτες των τυλιγμάτων (που είναι «περασμένα» με κόλληση) πάνω στην (τερματική) πλακέτα (από paxolin). Εάν χρησιμοποιήσετε ένα από τα δύο τυπωμένα για την συνδεσμολογία 4 ή 8 Ωμ που σας περιγράφουμε παραπάνω απλώς λυγίστε τους ακροδέκτες των δευτερευόντων τυλιγμάτων ώστε να εφάπτονται με το τυπωμένο και κολλήστε τους στην κατάλληλη θέση.

Συνεχίζεται

 

TinyPortal © 2005-2011